κοινόν

τὸ κοινόν ['общее'] 1. община; государство, центр; 2. общественная собственность, казна

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κοινόν" в других словарях:

  • Κοινόν — Πολιτειακές ενώσεις στην αρχαία Ελλάδα. Αυτές αποτελούνταν αρχικά από πολλές πόλεις της ίδιας φυλής ή, αργότερα, και από ξένες πόλεις, που η καθεμία διατηρούσε συνήθως την αυτονομία της, είχε τη δική της νομοθεσία, έκοβε δικά της νομίσματα, αλλά… …   Dictionary of Greek

  • κοινόν — κοινός common masc acc sg κοινός common neut nom/voc/acc sg κοινός common masc/fem acc sg κοινός common neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κοῖνον — Κοῖνος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Союзы — Греция. Вне пределов родного города древние греки не пользовались никакими правами и не могли рассчитывать на покровительство должностных лиц чужого государства. Такая беззащитность, если и несколько смягчалась тем, что все чужестранцы находились …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • обьщии — (489) пр. 1.Относящийся ко всем или многим: Надъ мрьтв‹ыи›мь не ‹пла›чи нъ надъ несъмыс‹ль›||ныимь. онъ бо обьшть пѹть. а се сво˫а волѧ. (κοινή) Изб 1076, 77–77 об.; достоино… къ ѡбьщемѹ възвѣщати ѹчителю. [о Федоре Студите] и не възмощи… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Koinon — Griechenland um 200 v. Chr.: Makedonien im Norden, die spätgriechischen Bundesstaaten u. a. im Süden. Als Koinon (Κοινον, dt. Gemeinschaft, Gemeinwesen oder Bund; Pl. Koina (κοινά)[1]) wird eine frühe Form der föderativen politischen… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste griechischer Phrasen/Tau — Tau Inhaltsverzeichnis 1 τὰ ἑπτὰ θεάματα τῆς οἰκουμένης …   Deutsch Wikipedia

  • Sympolitie — Griechenland um 200 v. Chr.: Makedonien im Norden, die spätgriechischen Bundesstaaten u. a. im Süden. Als Koinon (Κοινον, dt. Gemeinschaft, Gemeinwesen oder Bund) wird eine frühe Form der föderativen politischen Organisation im antiken… …   Deutsch Wikipedia

  • κοινός — ή, ό (AM κοινός, ή, όν, Α αττ. ποιητ. τ. κοινός, όν) 1. αυτός που ανήκει σε πολλούς μαζί, που κατέχεται όμοια από πολλούς ή που χρησιμοποιείται από πολλούς, δημόσιος (α. «κοινή είσοδος» β. «τὸν ἥλιον τὸν κοινὸν ἡμῑν», Μεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • Λακωνίας, νομός — Διοικητική διαίρεση (3.636 τ. χλμ., 99.637 κάτ.) της περιφέρειας Πελοποννήσου. Καλύπτει την ιστορική και γεωγραφική περιοχή της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου, που είναι γνωστή ως Λακωνία και Λακωνική. Ο ν.Λ. συνορεύει στα Β με τον νομό Αρκαδίας,… …   Dictionary of Greek

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.